Un ballo in maschera – Ενας χορος μεταμφιεσμενων

Την Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012, η Λυρικη Σκηνη στην Ακαδημιας (θέατρο Ολύμπια, Αιθουσα Μαριας Κάλας) ανεβαζει την οπερα του Τζ. Βέρντι «Ενας Χορος Μεταμφιεσμενων».. Εκλεισα εισητηρια στο πανω κεντρικο θεωρείο και μετα φυσικα στο Αριστοκρατικον..

Πηγαμε με την Αννη.. επροκειτο για παρασταση πλουσια, καλο- δουλεμενη.. η ορχηστρα  πολυ καλη..  σκηνοθεσια και σκηνογραφια εξαιρετικες.. γενικα ενδυματολογικος πλουτος.. μια ωραια βραδυα.. οι πρωταγωνιστες καλοι..

Βερντι χωρις λογοκρισια απο τον σκηνοθετη Δημητρη Μαυρικιο

Μια σύγχρονη ανάγνωση της κλασικής όπερας του Τζουζέπε Βέρντι «Ένας χορός μεταμφιεσμένων», επιχειρεί ο Δημήτρης Μαυρίκιος, σκηνοθετώντας μια από τις πιο φιλόδοξες παραγωγές της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Ο Δημήτρης Μαυρίκιος επιστρέφει στην Εθνική Λυρική Σκηνή, 27 χρόνια μετά από την πρώτη του σκηνοθεσία στην όπερα του Μασνέ «Βέρθερος». Η πρεμιέρα της νέας του παράστασης έχει προγραμματιστεί για τις 17 Δεκεμβρίου. «Ο χορός των μεταμφιεσμένων» είναι ένα από τα δημοφιλέστερα έργα του Βέρντι που συνδυάζει την ιταλική φλόγα του συνθέτη αλλά και τις επιρροές του από τη γαλλική όπερα.

Η δράση ξετυλίγεται σε τρεις πράξεις ενώ η υπόθεση του έργου βασίζεται σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα, στη δολοφονία του Γουσταύου Γ’ βασιλιά της Σουηδίας κατά τη διάρκεια ενός χορού μεταμφιεσμένων το 1792 μέσα στην Βασιλική Όπερα της Στοκχόλμης.

Στην πρωτότυπη, μη λογοκριμένη, εκδοχή του Χορού Μεταμφιεσ-μένων, που με τη μορφή αυτή δεν έχει παιχτεί ποτέ έως τώρα στην Ελλάδα, ο λαοφιλής Γουσταύος Γ’ της Σουηδίας εμφανίζεται διχασμένος ανάμεσα στο κρυφό πάθος του για την Αμέλια και τη βαθιά φιλία που τον δένει με το σύζυγό της Άνκαρστραιμ. Η Αμέλια, επίσης ερωτευμένη με τον Γουσταύο, θέλοντας να προστατέψει το γάμο της, καταφεύγει στη μάγισσα Ουλρίκα Άρβιντσον. Εκείνη τη στέλνει να βρει το βοτάνι της λήθης σ’ έναν τρομακτικό τόπο εκτέλεσης καταδίκων, όπου συναντά τον Γουσταύο που την είχε ακολουθήσει ως εκεί. Τη συνάντηση αυτή ανακαλύπτει ο Άνκαρστραιμ μέσα από τον ζήλο του να προστατεύσει τον βασιλιά από εχθρούς του ορκισμένους να τον δολοφονήσουν. Συντετριμμένος και διπλά προδομένος από τη γυναίκα και τον φίλο του, ο Άνκαρστραιμ θα συνεργαστεί με τους συνωμότες. Ένας χορός μεταμφιεσμένων θα προσφέρει τις ιδανικές συνθήκες για την εκδίκησή του. Ο «φωτισμένος» μονάρχης Γουσταύος Γ’ της Σουηδίας δολοφονήθηκε στις 16 Μαρτίου του 1792 μέσα στη βασιλική όπερα της Στοκχόλμης κατά τη διάρκεια ενός χορού μεταμφιεσμένων που ο ίδιος είχε διοργανώσει.

Το θέμα της όπερας θεωρήθηκε τολμηρό για τα πολιτικά ήθη της εποχής, εφόσον η σκηνική παρουσίαση της δολοφονίας ενός ευρωπαίου μονάρχη δεν ήταν ανεκτή. Ο Βέρντι ήρθε αντιμέτωπος αρκετές φορές με τη λογοκρισία για τη συγκεκριμένη παράσταση και για να αποφευχθούν τα προβλήματα, ο τόπος και η δράση του έργου μεταφέρθηκαν στη Βοστώνη του 17ου αιώνα και τα ονόματα των βασικών πρωταγωνιστών άλλαξαν.

Ο Δημήτρης Μαυρίκιος στη δική του σκηνοθετική πρόταση, επαναφέρει τα ιστορικά πρόσωπα της αρχικής εκδοχής του έργου και τα τοποθετεί στη σημερινή εποχή. «Ο χορός των μεταμφιεσμένων» ανεβαίνει στην πρωτότυπη, μη λογοκριμένη εκδοχή του και ανήκει στα ελάχιστα έργα του Βέρντι στο οποίο μπορούμε να διακρίνουμε και χιουμοριστικά στοιχεία.

Το έργο βασίζεται σε ποιητικό κείμενο του Αντόνιο Σόμμα που με τη σειρά του στηρίχτηκε σε προγενέστερο του Εζέν Σκριμπ για την όπερα «Γουσταύος Γ’ ή Ο χορός των μεταμφιεσμένων» του Ντανιέλ Ωμπέρ. Η γαλλική όπερα είχε παρουσιαστεί με μεγάλη επιτυχία στο Παρίσι το 1833.

Με αφορμή το ανέβασμα της όπερας «Ένας χορός μεταμφιεσμένων», στο φουαγέ της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (Ακαδημίας 59), ο καθηγητής Μάνος Στεφανίδης και ο συνθέτης Νίκος Ξανθούλης δώσανε διάλεξη στις 14 Δεκεμβρίου με θέμα «Το πρόσωπο σαν μάσκα-τα διαφορετικά πρόσωπα του Νεοκλασικισμού».

Μουσική διεύθυνση : Λουκάς Καρυτινός. Σκηνοθεσία: Δημήτρης Μαυρίκιος. Σκηνικά:Δημήτρης Πολυχρονιάδης. Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου. Φωτισμοί:Λευτέρης Παυλόπουλος. Κινησιολογία και χορογραφία :Αποστολία Παπαδαμάκη. Βοηθοί σκηνοθέτη: Μανώλης Δούνιας, Ίων Κεσούλης. Διεύθυνση μπαντίνας :Γιώργος Αραβίδης. Διεύθυνση χορωδίας: Νίκος Βασιλείου . Έμμετρη απόδοση ποιητικού κειμένου υπερτίτλων: Δημήτρης Μαυρίκιος. Για το βίντεο της παράστασης συνεργάστηκαν: σκηνοθεσία Δημήτρης Μαυρίκιος, φωτογραφία: Λευτέρης Παυλόπουλος, μοντάζ :Αλέξανδρος Κλημόπουλος, βοηθός σκηνοθέτις: Μαρία Χανδρά. Στη διανομή συμμετέχουν σε διαφορετικές ημερομηνίες, οι ερμηνευτές: Βίκτωρ Αφανασένκο, Δημήτρης Πακσόγλου, Δημήτρης Πλατανιάς, Πέτερ Νταναϊλοφ, Ραντοστίνα Νικολάεβα, Αντωνία Καλογήρου, Χαρίκλεια Μαυροπούλου, Ολέσα Πέτροβα, Βασιλική Καραγιάννη, Μίνα Πολχρόνου, Βαγγέλης Μανιάτης, Διονύσης Τσαντίνης, Δημήτρης Κασιούμης, Γιώργος Ρούπας, Άκης Λαλούσης, Κώστας Μαυρογένης, Άρης Προσπαθόπουλος, Πέτρος Σκένδρος.

Βέρντι, Τζουζέπε Φορτουνίνο Φραντσέσκο

Ο Τζουζέπε ΦορVerdiτουνίνο Φραντσέσκο Βέρντι (ιταλικά:Giuseppe Fortunino Francesco Verdi, 10 Οκτωβρίου 1813 – 27 Ιανουαρίου 1901) ήταν Ιταλός μουσικός συνθέτης, από τους διασημότερους στο είδος της όπερας. Ανάμεσα στα δημοφιλέστερα έργα του ανήκουν οι όπερες Ριγκολέττο, Ναμπούκο, Τραβιάτα και Αΐντα, μέρη των οποίων (“La donna è mobile”, “Va, pensiero”, “Libiamo” και θριαμβικό εμβατήριο αντίστοιχα) είναι πασίγνωστα.

Γεννήθηκε στη Ρονκόλα της τότε Γαλλικής Αυτοκρατορίας, κοντά στο Μπουσέτο της Ιταλίας και πέθανε στο Μιλάνο. Πολύ νωρίς έδειξε καταπληκτική κλίση στη μουσική και στα 23 του χρόνια πήρε τη θέση του διευθυντή της φιλαρμονικής του Μπουσέτο. Το 1839 παρουσιάστηκε η πρώτη του όπερα Ομπέρτο, στη Σκάλα του Μιλάνου, με πολύ καλές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο ο θάνατος της γυναίκας του και των δύο παιδιών του τον έφεραν σε απελπισία σε σημείο να μη θέλει πλέον άλλο ν΄ ασχοληθεί με τη μουσική.

Παρά ταύτα το 1840 παρουσιάστηκε η κωμική όπερα «Μια μέρα βασιλείας», η οποία όμως σημείωσε αποτυχία. Στενοχωρημένος ο Βέρντι αποσύρθηκε στο σπίτι του στο Μιλάνο. Έτσι δύο χρόνια μετά, με τον θρίαμβο της τέχνης πάνω στον πόνο του, το 1842, αποδέχθηκε την πρόταση να ξαναρχίσει να γράφει όπερες για τη Σκάλα του Μιλάνου και η όπερά του Ναμπούκο ή Ναβουχοδονόσωρ απέσπασε πολύ καλές κριτικές και γνώρισε μεγάλη επιτυχία.

Από τότε ο Βέρντι αφοσιώθηκε στη σύνθεση όπερας. Ήταν η αρχή μιας θριαμβευτικής σταδιοδρομίας που συνδέθηκε πολύ στενά με τις προσπάθειες για την πολιτική ένωση της Ιταλίας. Μια τάση που ο ίδιος ο Βέρντι ενεθάρρυνε με τη θεματολογία των έργων του, τα οποία, εμπνεόμενα από το ιστορικό παρελθόν και επενδυμένα με εντυπωσιακά χορωδιακά, δημιουργούσαν εύκολα στο κοινό συνειρμούς με την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα.

Με τους Λομβαρδούς (1843), τον Ερνάνη (1844), τον Αττίλα (1846), τη Λουίζα Μίλλερ (1847) και τον Μάκβεθ (1849) ο Βέρντι πέτυχε την αναγνώρισή του ως συνθέτη και εκτός Ιταλίας. Στις αρχές τις δεκαετίας του 1850 τρείς όπερές του, ο Ριγκολέττο (1851), ο Τροβατόρε (1853) και η Τραβιάτα (1853), είχαν τεράστια επιτυχία, όπως και Οι Σικελικοί Εσπερινοί (1855) και ο Χορός Μεταμφιεσμένων (1859). Η διεθνής του καταξίωση φαίνεται και από το γεγονός ότι οι επόμενες όπερές του πρωτοανέβηκαν σε λυρικά θέατρα εκτός Ιταλίας. Το 1862 Η Δύναμη του Πεπρωμένου παρουσιάστηκε στην Αγία Πετρούπολη, ο Δον Κάρλος το 1867 στο Παρίσι και η Αΐντα το 1871 στο Κάιρο, για τα εγκαίνια της διώρυγας του Σουέζ.

Μετά από ένα μεγάλο διάστημα σιωπής, η γνωριμία του με τον κατά πολύ νεότερό του ποιητή και συνθέτη Αρίγκο Μπόιτο ανανέωσε το ενδιαφέρον του Βέρντι για την όπερα. Το 1887 παρουσιάστηκε ο Οθέλλος και τέλος το 1893 ο Φάλσταφ και τα δύο σε λιμπρέτα του Μπόιτο βασισμένα σε έργα του Σαίξπηρ. Ο Βέρντι πέθανε στις 27 Ιανουαρίου 1901 ύστερα από βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Στην κηδεία του προσήλθαν 200.000 άνθρωποι, τιμή που άρμοζε στον μεγάλο Ιταλό που τόσο αγαπήθηκε.

Εκτός από τις 26 όπερες ο Βέρντι έγραψε και εκκλησιαστική μουσική. Κορυφαίο έργο του σε αυτό τον τομέα είναι το Ρέκβιεμ (1874), πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης τα θρησκευτικά Τέσσερα ιερά κομμάτια (1898). Επίσης έγραψε αρκετές ρομάντσες και ένα κουαρτέτο για έγχορδα σε μι ελάσσονα (1873).

Εκτός μουσικής σκηνής διακρίθηκε για τον καλό χαρακτήρα του και τις αγαθοεργίες του. Μεταξύ άλλων χρηματοδότησε την ανέγερση και τη λειτουργία ενός νοσοκομείου και δημιούργησε έναν Οίκο Ανάπαυσης για τους αναξιοπαθούντες μουσικούς, σε μια κρύπτη του οποίου τάφηκε και ο ίδιος.

Un ballo in maschera 

Un ballo in maschera (A Masked Ball), is an opera in three acts by Giuseppe Verdi with text by Antonio Somma. The libretto is loosely based on an 1833 play, Gustave III, by French playwright Eugène Scribe who wrote about the historical assassination of King Gustav III of Sweden. The subject was well known and had been used by other composers, including Daniel Auber, for his 1833 opera, Gustave III, ou Le bal masqué and later by Saverio Mercadante for his Il reggente in 1843.

In 1792, the King of Sweden, Gustav III, was killed, the result of a political conspiracy against him. He was shot while attending a masked ball and died 13 days later from his wounds. For the libretto, Scribe retained the names of some of the historical figures involved, the conspiracy, and the killing at the masked ball. The rest of the play – the characterizations, the romance, the fortune-telling, etc. – is Scribe’s invention and the opera is not historically accurate.

However, in order to become the Un ballo in maschera which we know today, Verdi’s opera (and his libretto) was forced to undergo a series of transformations, caused by a combination of censorship regulations in both Naples and Rome, as well as the political situation in France in January 1858.

Composition history

1857: From Gustavo III to Una vendetta in dominò

A commission by the Teatro San Carlo in Naples in early 1857 led Verdi to begin to oversee the finalization of the libretto (also by Somma) for Re Lear with the aim of presenting the finished opera during the 1858 carnival season. When this proved to be impracticable, Verdi turned to the subject of King Gustav III’s assassination as portrayed in Scribe and Auber’s opera, albeit not an historically accurate narrative.

Somma took up the new challenge and a libretto known as Gustavo III was presented to the censors in Naples by late 1857. By November, Verdi informed Somma that objections had been raised and revisions demanded by the censors, the most significant of which was the refusal to allow the depiction of a monarch on the stage – and especially the monarch’s murder. As had happened with Rigoletto, changes in characters’ names and titles were proposed (the King of Sweden became the Duke of Pomerania; Ackerstrom became Count Renato) and the location was moved from Stockholm to Stettin.

Working together with Somma over Christmas, Verdi accommodated these changes. Somma was asked to change the names of the characters on the Gustave libretto while Verdi worked on completing sketches of the music. The name of the opera became Una vendetta in dominò.

By 9 January 1858, prior to setting out for Naples, Verdi wrote from his home the San Carlo that “the opera is done and even here I am working on the full score”. The composer then travelled to Naples and rehearsals of Un vendetta were about to begin when, on 14 January 1858, three Italians attempted to assassinate Emperor Napoleon III in Paris.

1858: The censor blocks Una vendetta

The imposition of still further, more stringent requirements by the censor incurred Verdi’s wrath. He broke his contract and was sued by the management of the Teatro San Carlo. This provoked him to lodge a counter-claim against the theater for damages and, eventually, the legal fight ended.

1859: Una Vendetta becomes Un ballo in maschera

When the legal issues were resolved within a few months, Verdi was free to present the libretto and musical outline of Gustave III (which was basically Una vendetta with characters’ names and locations changed) to the Rome Opera. There, the censors demanded further changes. Removing the action from Europe, the location became Boston during the British colonial period and the leading character became Riccardo, the Count (or Earl) of Warwick.

At this point, the opera became Un ballo in maschera set in North America. It received its premiere performance at the Teatro Apollo in Rome on 17 February 1859 and was immediately successful.

Performance history

This opera was first seen in New York its US premiere on 11 February 1861 and in the UK on 15 June of that year. In the 20th century, especially after a 1935 production in Copenhagen, many modern stagings have restored the original Swedish setting and characters´ names. On 7 January 1955, Marian Anderson, singing the role of Ulrica, broke the “color barrier” at the Metropolitan Opera, becoming the first African-American artist ever to appear with that company.

A “hypothetical reconstruction” of Gustavo III, based on the unorchestrated original and much of Una vendetta “grafted” onto Un ballo’s score, occurred in a production by the Gothenburg Opera in Gothenburg, Sweden in 2002.

The opera has become a staple of the repertoire and is now performed frequently.

Synopsis

Place, Sweden or Boston, Massachusetts.

Time, Sweden: 1792, or Boston: the end of the 17th century.

Act 1

Scene 1:

A public audience at Riccardo’s palace, attended by his supporters, but also by his enemies who hope for his downfall

Riccardo (Gustavo) reviews the list of guests who will attend an upcoming masked ball. He is elated to see on the list the name of the woman he loves – Amelia, the wife of his friend and advisor, Renato (Count Anckarström). (Aria: La rivedrà nell’estasi / “With rapture I shall look upon her”). When Renato arrives, he tries to warn Riccardo about the growing conspiracy against him (aria: Alla vita che t’arride / “To the life with which you are favoured”), but Riccardo refuses to listen to his words.

Next, Riccardo is presented with a complaint against a fortune-teller named Ulrica (Madame Arvidson), accused of witchcraft. A magistrate calls for her banishment, but Oscar the page defends her (Aria: Volta la terrea / “That tense countenance”). Riccardo resolves to investigate for himself and tells the members of the court to disguise themselves and to meet him at Ulrica’s lodging later that day.

Scene 2:

At Ulrica’s dwelling

Ulrica summons her magical powers: Re dell’abisso, affrettati / “King of the abyss make haste”. Disguised as a fisherman, Riccardo arrives before the others. He makes the fortune of a sailor named Silvano come true by spiriting a document of promotion into his pouch, convincing the crowd of the truth of Ulrica’s powers. When he realizes that Amelia is coming to see Ulrica, he hides and watches. Alone with Ulrica, Amelia confesses that she is tormented by her love for Riccardo, and asks for a means to bring peace to her heart. Ulrica tells her to gather a certain herb with magical powers; Riccardo resolves to be there when she does so. Amelia leaves.

Now Riccardo presents himself again, along with all of the courtiers, and asks to have his fortune told. (Aria: Di’ tu se fedele / “Say whether the sea Awaits me faithfully”). Ulrica reveals that he will be killed by the next man who shakes his hand. He laughingly dismisses her prophecy and offers his hand to the courtiers, who refuse to take it. Renato arrives and shakes Riccardo’s hand in greeting. Riccardo’s true identity is now revealed and he is acclaimed by the people.

Act 2

On the outskirts of the town, at the gallows-place. Midnight

Amelia, conquering her fears, has come here alone to pick the herb of which Ulrica told her (Aria: Ma dall’arido stelo divulsa / ” If through the arid stalks”). She is surprised by Riccardo, who has come to meet her, and the two finally declare their love for each other.

Unexpectedly, Renato arrives, and Amelia covers her face with her veil before he can recognize her. Renato explains to Riccardo that the conspirators are pursuing him, and his life is in danger. Riccardo leaves, making Renato promise to escort the veiled woman safely back to town, not asking her identity. When the conspirators arrive, they confront Renato; in the struggle, Amelia’s veil drops. Renato assumes that Amelia and Riccardo have been involved in an adulterous love affair. He asks the two leaders of the conspiracy, Samuel and Tom, to meet him the next day.

Act 3

Scene 1: Renato’s house

Renato has resolved to kill Amelia for the dishonor she has brought on him. She protests her innocence and begs to see her son one last time. (Aria: Morrò, ma prima in grazia / “I shall die – but one last wish”). Renato relents, and declares that it is Riccardo, not Amelia, who deserves to die (Aria: Eri tu che macchiavi quell’anima / “It was you who stained this soul”).

Samuel (Count Ribbing) and Tom (Count Horn) arrive, and Renato asks to join their plot, pledging the life of his son as proof of his sincerity. They agree to draw lots to decide who will kill Riccardo. Amelia is forced to draw the winning name – Renato.

Oscar, the page, arrives with invitations to the masked ball; Samuel, Tom and Renato agree that this is where the assassination will take place.

Scene 2: The ball

Riccardo, torn between love and duty, has resolved to renounce his love for Amelia and send her and Renato back to England (Aria: Ma se m’è forza perderti / “But if I am forced to lose you”).

At the ball, Renato tries to learn from Oscar what costume Riccardo is wearing. Oscar at first refuses to tell (Aria: Saper vorreste / “You want to know How he is dressed”), but finally answers: a black cloak and a red ribbon. Riccardo manages to identify Amelia and tells her of the decision he has made. As they say goodbye, Renato stabs Riccardo. The wounded Riccardo discloses that though he loved Amelia, she never broke her marriage vows. He pardons all the conspirators, bidding farewell to his friends and his country as he dies.

Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: